Meaning of κολοκύνθη | Babel Free
Ορισμοί
- ταξινομικός όρος - γένος: Cucurbita των ειδών της κολοκυθιάς
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Κολοκύνθης
-
γενική ενικού του Κολοκύνθης genitive, singular
- όρος για την επιστημονική ονομασία των ειδών της κολοκυθιάς, του γένους Κολοκύνθη (Cucurbita)
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.