Meaning of κολοκύθια | Babel Free
/ko.lo.ciˈθça/Ορισμοί
- κοινή ονομασία για τα φυτά που παράγουν κολοκύθια ή κολοκύθες, το γένος Κολοκύνθη (Cucurbita)
- χωριό της Φθιώτιδας
- γυναικείο επώνυμο
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Κολοκυθιάς
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολοκύθι accusative, nominative, plural, vocative
- ομαδικό παιχνίδι στο οποίο αμφισβητείται το πόσα κολοκύθια κάνει η κολοκυθιά του καθενός
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.