κολοκύθια
Ορισμοί
- κοινή ονομασία για τα φυτά που παράγουν κολοκύθια ή κολοκύθες, το γένος Κολοκύνθη (Cucurbita)
- χωριό της Φθιώτιδας
- γυναικείο επώνυμο
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Κολοκυθιάς
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κολοκύθι accusative, nominative, plural, vocative
- ομαδικό παιχνίδι στο οποίο αμφισβητείται το πόσα κολοκύθια κάνει η κολοκυθιά του καθενός
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free