Meaning of κολοκοτρώνης | Babel Free
/ko.lo.koˈtɾo.nis/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο, άλλη γραφή του Κωλοκοτρόνης
-
είδος σουγιά dated
-
πεντοχίλιαρο (το χατρονόμισμα έκδοσης 1984 κ.εξ.), πριν την αντικατάσταση της δραχμής από το ευρώ, που απεικόνιζε στην εμπρόσθια όψη την εικόνα του Κολοκοτρώνη)
familiar, slang
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.