HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κολλύριο | Babel Free

Noun CEFR B2
/koˈli.ɾi.o/

Ορισμοί

  1. φαρμακευτικό υγρό διάλυμα που εφαρμόζεται στο μάτι με τη μορφή σταγόνων για θεραπευτικούς ή κατευναστικούς σκοπούς
  2. κουλούρι
    dated

Παραδείγματα

“※ (καθαρεύουσα) και ἒλαβε τον ἂλευρον, καί ἐζύμωσε καί ἒκαμε κολλύρια ἒμπροσθεν αὐτοῦ καί ἒψησε τά κολλύρια (Τα Ιερά Βιβλία της Παλαιάς τε και Καινής Διαθήκης μεταφρασθέντα εκ των αρχετύπων, εν Οξονίω, ͵αωνʹ, σελ. 342)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κολλύριο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course