Meaning of κολλύριο | Babel Free
/koˈli.ɾi.o/Ορισμοί
- φαρμακευτικό υγρό διάλυμα που εφαρμόζεται στο μάτι με τη μορφή σταγόνων για θεραπευτικούς ή κατευναστικούς σκοπούς
-
κουλούρι dated
Παραδείγματα
“※ (καθαρεύουσα) και ἒλαβε τον ἂλευρον, καί ἐζύμωσε καί ἒκαμε κολλύρια ἒμπροσθεν αὐτοῦ καί ἒψησε τά κολλύρια (Τα Ιερά Βιβλία της Παλαιάς τε και Καινής Διαθήκης μεταφρασθέντα εκ των αρχετύπων, εν Οξονίω, ͵αωνʹ, σελ. 342)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.