Meaning of κολλητσίδα | Babel Free
Ορισμοί
- όνομα που δίνεται σε διάφορα φυτά τα οποία έχουν κάποιου είδους κολλητική ουσία στους βλαστούς ή και στους σπόρους τους
-
στενός κορσές, κολλητήρι, τσιμπούρι figuratively
Ισοδύναμα
English
Burdock
Παραδείγματα
“Είναι κολλητσίδα αγριμόνιας.”
It's an agrimony plant's bur.
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.