Meaning of κολλαριστός | Babel Free
Ορισμοί
- που του έχει γίνει κολλάρισμα
- ατσαλάκωτος, καινούριος ή σαν καινούριος
- που είναι ντυμένος με φρεσκοσιδερωμένα ρούχα
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.