Meaning of κοκκινο- | Babel Free
/ko.ci.no/Ορισμοί
- πρώτο συνθετικό που αναφέρεται στο κόκκινο χρώμα
- σε παρατακτικά σύνθετα
- δηλώνει ότι το δεύτερο συνθετικό έχει κόκκινο χρώμα
- ιδίως σε ονομασίες ζώων, φυτών
Παραδείγματα
“κοκκινόμαυρος”
“κοκκινοτρίχης”
“κοκκινούρης”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.