Meaning of Κοκκινιώτης | Babel Free
/ko.ciˈɲo.tis/Ορισμοί
-
ο κάτοικος ή αυτός που κατάγεται από οικισμό με το όνομα Κοκκινιά ή Κόκκινο demonym
- ανδρικό επώνυμο
Παραδείγματα
“※ Αλλά και ο Κοκκινιώτης / ήταν παλληκάρι πρώτης / και στο τέλος και οι δύο / στο νοσοκομείο / πήγαν σηκωτοί (Αχ! βρε παλιομισοφόρια, στίχοι: Αλέκος Σακελλάριος, μουσική: Μάνος Χατζηδάκις, εκτέλεση: Βασίλης Αυλωνίτης, 1957)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.