Meaning of κοκκινίσουν | Babel Free
Ορισμοί
- γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κοκκινίζω
- θα κοκκινίσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κοκκινίζω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.