Meaning of κοινόλεκτος | Babel Free
/ciˈnolektos/Ορισμοί
η κοινή, η γλώσσα του κοινού βίου, που μιλούν όλοι
Παραδείγματα
“※ ...είχε ήδη απαρχαιωθεί κατά την ελληνιστική και μεσαιωνική περίοδο , ώστε θεωρείται εξαιρετικά δυσχερής η συμβολή του σε κοινόλεκτο τύπο της Νέας Ελληνικής , ο οποίος να χαρακτηρίζεται από αρχαϊκή μορφολογία ..”
“※ Έτσι η ποιητική του γλώσσα, ασχέτως αν ήταν ή όχι η γλώσσα που μιλούσε, αγγίζει μια ιδιόλεκτο, στο βαθμό που διαφέρει από οποιαδήποτε ελληνική κοινόλεκτο”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.