HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κοινωνικός

Επίθετο θηλυκό CEFR C2 Specialized
ci.no.niˈkos

Ορισμοί

  1. που αναφέρεται στην κοινωνία, το οργανωμένο σύνολο ανθρώπων
  2. εξωστρεφής και ομιλητικός, που έχει διάθεση για συναναστροφή και επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους

Ισοδύναμα

36 more languages
Българскиприятелски
Esperantogrega
हिन्दीसामाजिक
ქართულიმეგობრული
Te Reo Māoriroha
Tagaloghalubilo
Tiếng Việtdễ gần

Παραδείγματα

“οι οικονομικές συνθήκες οδήγησαν σε κοινωνική έκρηξη”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κοινωνικός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free