Meaning of κοινωνικός | Babel Free
/ci.no.niˈkos/Ορισμοί
- που αναφέρεται στην κοινωνία, το οργανωμένο σύνολο ανθρώπων
- εξωστρεφής και ομιλητικός, που έχει διάθεση για συναναστροφή και επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους
Ισοδύναμα
English
social
Παραδείγματα
“οι οικονομικές συνθήκες οδήγησαν σε κοινωνική έκρηξη”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.