Meaning of κοινοπολιτεία | Babel Free
/ci.no.po.liˈti.a/Ορισμοί
- η ιδιότητα μέλους σε μορφή διασύνδεσης και συνεργασίας σε διάφορους τομείς μεταξύ ανεξάρτητων χωρών.
- υπονοείται η Κοινοπολιτεία παλιών αποικιών της Μεγάλης Βρετανίας
Ισοδύναμα
English
Commonwealth
Παραδείγματα
“Βρετανική Κοινοπολιτεία (μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και των πρώην αποικιών του), Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Κρατών (μεταξύ των πρώην Δημοκρατιών τηςΣοβιετικής Ένωσης)”
“το αρχαίο «κοινόν όπως των Ιώνων, των Βοιωτών, συμπολιτεία, ομοσπονδία, συνομοσπονδία”
“Συχνά οι λέξεις που χρησιμοποιούνται στην Κοινοπολιτεία για μια έννοια είναι διαφορετικές από αυτές που ακούμε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Όπως rubbish (σκουπίδι, στην Κοινοπολιτεία), trash (σκουπίδι, στις ΗΠΑ).”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.