Meaning of κοινοβούλιο | Babel Free
/ci.noˈvu.li.o/Ορισμοί
- σώμα εκλεγμένων λαϊκών αντιπροσώπων που ασκεί νομοθετικό έργο
-
το κτήριο που συνεδριάζει το ως άνω σώμα figuratively
Ισοδύναμα
English
parliament
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.