Meaning of κοινοβουλευτικός | Babel Free
/ci.no.vu.lef.tiˈkos/Ορισμοί
- : που αναφέρεται στο κοινοβούλιο
- που αναφέρεται στον κοινοβουλευτισμό
Ισοδύναμα
English
Parliamentary
Παραδείγματα
“κοινοβουλευτική αντιπολίτευση”
“κοινοβουλευτική δράση”
“Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.