Meaning of κοιναισθησιοπάθεια | Babel Free
/ci.ne.sθi.si.oˈpa.θi.a/Ορισμοί
διάχυτη αίσθηση πόνου ή ενόχλησης, κοινή σε όλο το σώμα, που όμως δεν έχει οργανική βάση
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.