Meaning of κοιλιοπλαστική | Babel Free
Ορισμοί
χειρουργική επέμβαση με την οποία διορθώνονται δερματικές δυσμορφίες, δερματική χαλάρωση ή συσσώρευση λίπους στην περιοχή της κοιλιάς
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.