Meaning of Κλωναρίδου | Babel Free
/klo.naˈɾi.ðu/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Κλωναρίδης
- συνοικία της Αθήνας, στα Πατήσια (από το όνομα του εργοστασίου ζυθοποιίας και παγοποιίας των αδελφών Μιλτιάδη και Ερρίκου Κλωναρίδη που κατασκευάστηκε στην περιοχή στις αρχές του 20ού αι.)
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.