HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κλινήρη | Babel Free

Adjective CEFR B1

Ορισμοί

  1. αιτιατική ενικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του κλινήρης
  2. κλητική ενικού, αρσενικού γένους του κλινήρης
  3. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (κλινήρες) του κλινήρης

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κλινήρη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course