HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κληρώνω | Babel Free

Verb CEFR B1
/kliˈɾo.no/

Ορισμοί

  1. επιλέγω με κλήρωση ένα πρόσωπο, πράγμα, αριθμό κ.λπ. προκειμένου να ανακηρύξω έναν νικητή, να αναθέσω μια εργασία, να διανείμω μερίδια κ.λπ.
    transitive
  2. βάζω σε κλήρωση κάτι ώστε να το αποδώσω σε κάποιον ως βραβείο ή έπαθλο
    transitive
  3. , (γ' πρόσωπο) υφίσταμαι τη διαδικασία της κλήρωσης
    intransitive

Παραδείγματα

“τα παιδιά της Γ΄ τάξης θα κληρώσουν ένα φορητό CD για να μαζέψουν λεφτά για την εκδρομή τους”
“αύριο κληρώνει το Λαϊκό (λαχείο)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κληρώνω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course