Meaning of κληρώνω | Babel Free
/kliˈɾo.no/Ορισμοί
-
επιλέγω με κλήρωση ένα πρόσωπο, πράγμα, αριθμό κ.λπ. προκειμένου να ανακηρύξω έναν νικητή, να αναθέσω μια εργασία, να διανείμω μερίδια κ.λπ. transitive
-
βάζω σε κλήρωση κάτι ώστε να το αποδώσω σε κάποιον ως βραβείο ή έπαθλο transitive
-
, (γ' πρόσωπο) υφίσταμαι τη διαδικασία της κλήρωσης intransitive
Παραδείγματα
“τα παιδιά της Γ΄ τάξης θα κληρώσουν ένα φορητό CD για να μαζέψουν λεφτά για την εκδρομή τους”
“αύριο κληρώνει το Λαϊκό (λαχείο)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.