Meaning of κληματσίδα | Babel Free
Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- η κληματόβεργα
- η αγράμπελη
- είδος περικοκλάδας που φυτρώνει και σκαρφαλώνει στα δάση και στους φράχτες
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.