Meaning of κλεισούρα | Babel Free
/kliˈsu.ɾa/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
-
στενωπός, στενό πέρασμα μεταξύ δύο βουνών dated
-
το κλείσιμο / η παραμονή σε κάποιο χώρο χωρίς έξοδο για αρκετό καιρό broadly, familiar
- η δυσάρεστη αίσθηση ή μυρωδιά που προκαλεί ένας χώρος ο οποίος έμεινε κλειστός για πολύ καιρό
Παραδείγματα
“Κατηγορία:Ορεινά περάσματα (κλεισούρες) της Ελλάδας στο Βικιλεξικό”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.