Meaning of κλίβανος | Babel Free
/ˈkli.va.nos/Ορισμοί
- ο χώρος περικλεισμένος, όπου μπορεί ν’ αναπτυχθεί με καύση μεγάλη θερμότητα για το ψήσιμο ψωμιού, εδεσμάτων ή για άλλες χρήσεις
- ανδρικό επώνυμο
Παραδείγματα
“※ Σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μεσ' στη Χώρα. / Στήν εκκλησιά, στον κλίβανο, στο σπίτι, στ' αργαστήρι, / παντού, στο κάστρο, στην καρδιά, τ' αποκαΐδια, οι στάχτες. (Κωστής Παλαμάς, Η φλογέρα του Βασιλιά)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.