Meaning of κιούσηδες | Babel Free
Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του Κιούσης accusative, nominative, plural, vocative
- οικοδόμοι, επαγγελματική ομάδα, εσνάφι, σινάφι στην εποχή της Τουρκοκρατίας
Παραδείγματα
“Μετά την επανάσταση του 1821 μετοίκησαν αρκετές οικογένειες Ηπειρωτών, που εργάζονταν ως κιούσηδες (οικοδόμοι, κτίστες) στα χωριά της περιοχής (Δήμος Κύμης-Αλιβερίου, Βρύση)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.