Meaning of κιουρτσής | Babel Free
/cuɾˈt͡sis/Ορισμοί
-
ο γουνοποιός, ο γουναράς dated
-
άλλη γραφή του Κιουρτζής (πιθανόν λανθασμένη) demonym
- ανδρικό επώνυμο
Παραδείγματα
“※ Εις το ανωτέρω ... οι μισοί κάτοικοι ήταν Κιουρτσήδες (Γεωργιανοί). Έφυγαν και ήρθαν από τη Ρωσία και εγκαταστάθηκαν στο χωρίον Σορχούν. (Μάκης Σεβίλογλου, Όλια τα «αχ» τ'εμέτερα εγένταν τραγωδίας: Ένα μουσικό, λογοτεχνικό, ιστορικό αφιέρωμα στον Πόντο και τους ανθρώπους του, 2019 https://books.google.gr/books?id=Ezy-DwAAQBAJ&lpg=PT110&dq=%CE%BA%CE%B9%CE%BF%CF%85%CF%81%CF%84%CF%83%CE%AE%CE%B4%CE%B5%CF%82&pg=PT110#v=onepage&q=%CE%BA%CE%B9%CE%BF%CF%85%CF%81%CF%84%CF%83%CE%AE%CE%B4%CE%B5%CF%82&f=false)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.