HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κινδυνολογήσει | Babel Free

Verb CEFR C2

Ορισμοί

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κινδυνολογώ
  2. γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κινδυνολογώ
  3. θα κινδυνολογήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κινδυνολογώ

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κινδυνολογήσει used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course