Meaning of κινδυνεύσει | Babel Free
/cin.ðiˈne.fsi/Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κινδυνεύω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κινδυνεύω
- θα κινδυνεύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κινδυνεύω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.