Meaning of κηρωτός | Babel Free
Ορισμοί
ο επαλειμμένος με κερί, ώστε να καταστεί αδιάβροχος
Παραδείγματα
“κηρωτό ύφασμα (=μουσαμάς), κηρωτό έμπλαστρο (=τσιρότο), κηρωτή αλοιφή (=κηραλοιφή)”
“Ὁ μπαρμπα-Στεφανής ἦτο μέ τήν νιτσεράδα του, μέ τόν κηρωτόν πῖλόν του μέ τόν ἱμάντα δεδεμένον ὑπό τόν πώγωνα (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό στο Κάστρο)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.