Meaning of κηροειδής | Babel Free
Ορισμοί
- που μοιάζει με κερί στο χρώμα (≈ συνώνυμα: κιτρινωπός) ή την υφή (≈ συνώνυμα: κηρώδης)
- κηροειδή: οι ειδικά επεξεργασμένες συνθετικές ύλες (παραφίνη, στεατίνη κ.ά.) που χρησιμοποιούνται αντί για κερί
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.