HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κηπούπολη | Babel Free

Noun CEFR B2
/ciˈpu.po.li/

Ορισμοί

  1. οικονομικά αυτοτελής αστική περιοχή, σχεδιασμένη με εκτενείς ζώνες πρασίνου και καθορισμένα τμήματα κατοικίας και οικονομικής δραστηριότητας
  2. συνοικία του Περιστερίου, στην Αθήνα
  3. συνοικία ή προάστιο πόλης με αυξημένη δενδροφύτευση
    figuratively

Παραδείγματα

“※ Τα στοιχεία αυτά, όπως εμφανίζονται το 1898 στο βιβλίο του Χάουαρντ Αύριο, ένας ειρηνικός δρόμος προς την αστική μεταρρύθμιση, και λίγο αργότερα, το 1902, στο γνωστότερο Κηπουπόλεις της αύριον, αποτελούν μια μεθοδική προσπάθεια να τεθούν οι προϋποθέσεις για μια νέα αστική ανάπτυξη”
“※ Οι ιδέες της κηπούπολης προωθούνται στην Ελλάδα από τον σοσιαλιστή Πλάτωνα Δρακούλη και την Ελληνική Εταιρεία Αγροπόλεων”
“※ Η κηπούπολη Κυπριάδου είναι μια συνοικία του Δήμου Αθηναίων, μεταξύ του τέρματος της οδού Πατησίων και του Δήμου Γαλατσίου. Υπήρξε η πρώτη Κηπούπολη της Αθήνας και μια από τις ομορφότερες και γραφικότερες συνοικίες της”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κηπούπολη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course