κηδεμόνας
Ορισμοί
- ο φυσικός γονέας ή άλλο άτομο που, κατά το νόμο, αναλαμβάνει να φροντίζει και να επιβλέπει ένα ανήλικο ή ένα πρόσωπο χωρίς αυτεξουσιότητα, να διαχειρίζεται την περιουσία του και να έχει τη ευθύνη της εκπροσώπησής του
-
αυτός που αναλαμβάνει να προστατεύει κάποιον άλλο, αλλά στην πραγματικότητα του επιβάλλει τη θέλησή του figuratively, offensive
- ορθοπεδικό μηχάνημα που υποβοηθά την κινητική λειτουργία ή την αποκατάσταση κινητικού προβλήματος
Ισοδύναμα
3 more languages
Παραδείγματα
“※ Ένας αδιόρθωτος γλεντζές είναι ταυτόχρονα κηδεμόνας της κόρης ενός φίλου του, στην οποία παρουσιάζεται σαν άνθρωπος αυστηρών αρχών (Στάθης Βαλούκος, Φιλμογραφία ελληνικού κινηματογράφου (1914-1984), Εταιρεία Ελλήνων Σκηνοθετών, 1984, σελ. 103)”
“≈ συνώνυμα: επιτηρητής, επίτροπος, προστάτης, φροντιστής”
“※ Οι ενδείξεις για την χρήση του κηδεμόνα πλάτης είναι η κύφωση, η σκολίωση και σπάνια η σπονδυλολίσθηση. (Κηδεμόνες – Πρακτικές Οδηγίες για τον Κηδεμόνα, Κηδεμόνας πλάτης – Ενδείξεις, ανακτήθηκε στις 23/11/2025 https://spine-scoliosis.gr/kidemonas/)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free