Meaning of κεφαλοχώρι | Babel Free
/ce.fa.loˈxo.ɾi/Ορισμοί
- το μεγαλύτερο ή σημαντικότερο χωριό μιας περιοχής, συνήθως και το πιο πλούσιο, το οποίο δεν είχε εξάρτηση από άλλα χωριά
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- κατά την Τουρκοκρατία, χωριό (κατά κανόνα ορεινό) με ελεύθερα κτήματα, του οποίου οι κάτοικοι ήταν ελεύθεροι γεωργοί, σε αντίθεση με το τσιφλίκι, που ανήκε σε γαιοκτήμονα και το καλλιεργούσαν επίμορτοι γεωργοί (κολίγοι) ή εργάτες γης
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.