Meaning of κεφαλαιοποίηση | Babel Free
/ce.fa.le.oˈpi.i.si/Ορισμοί
- η μετατροπή οικονομικών στοιχείων εταιρείας, ιδρύματος ή κράτους (κέρδη, αποθεματικά κλπ.) σε κεφάλαιο
- η αξία του συνόλου των μετοχών μιας εταιρείας εκπεφρασμένη σε νομισματική μονάδα
Παραδείγματα
“η εταιρεία Φι ΑΕ χρωστάει στον ιδιώτη Χι ένα ποσό της τάξης των 2.000.000€ για δεδουλευμένα. Με μια στρατηγική κίνηση του διοικητικού της συμβουλίου, προχωρεί στην κεφαλαιοποίηση των 2.000.000€ σε τίτλους μετοχών των 5.000.000 αξίας 0.4€ έκαστη και τις δίνει ως αντάλλαγμα των δεδουλευμένων στον ιδιώτη Χι. Εκείνος έχει την επιλογή (το ρίσκο) να δεχθεί τις μετοχές αν προσδοκεί να ανατιμηθούν, ενώ να μην τις αποδεχθεί αν κρίνει πως θα μειωθεί η αξία τους στο μέλλον”
“οι μετοχές έχουν αποκτηθεί δωρεάν μετά από κεφαλαιοποίηση αποθεματικών”
“απαγορεύεται στα πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν στην Ελλάδα η κεφαλαιοποίηση τόκων, που δεν προβλέπεται σε αρχική δανειακή σύμβαση μεσομακροπρόθεσμης χρηματοδότησης ή σε σύμβαση γενικότερης ρύθμισης οφειλών (Νόμος 2076/1992 - Άρθρο 27)”
“στις αρχές του έτους η κεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών ήταν 17 δισ. €”
“η κεφαλαιοποίηση δεν αποδεικνύει την αξία μιας εταιρείας, δεδομένου ότι μπορεί να έχει χρέη ή αναμενόμενα κέρδη”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.