Meaning of κεσκέκι | Babel Free
Ορισμοί
- είδος φαγητού που παρασκευάζεται με ολονύχτιο βράσιμο μοσχαρίσιου κρέατος και σταριού
- προσφυγικό έθιμο κατά το οποίο παρασκευάζεται το κεσκέκι(1)
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.