Meaning of κεσές | Babel Free
Ορισμοί
- πήλινο στρογγυλό αβαθές δοχείο που χρησιμοποιείται για το πήξιμο του γιαουρτιού
- ανδρικό επώνυμο
-
κάθε στρογυλλό πήλινο, γυάλινο ή πλαστικό δοχείο, χωρίς μεγάλο βάθος, που χρησιμοποιείται για συσκευασία πηγμένων προϊόντων general
-
ποσότητα που περιέχεται σε τέτοιο δοχείο. figuratively
Παραδείγματα
“※ Πιο κει ένας κεσές γιαούρτι χυμένος καταμεσής στην άσφαλτο (Άλκη Ζέη, Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα, 1987 [μυθιστόρημα] @books.google)”
“※ κάποιος κεσές κυδώνι μπελτέ «να γλυκαίνη το παιδί το στόμα του κάθε πρωί» ! (Ανθολογία Ελληνικής Γραμματείας, 1970, σελ. 451 @books.google)”
“※ Μετά την στέψιν απέρχονται όλοι εις την οικίαν του γαμβρού ή της νύμφης, όπου προσφέρονται εις τους νεόνυμφους, παρά των οικείων, δοχείον υάλινον (κεσές), πλήρες γλυκού μετά γαλέτας (Θρακικά, Τριμηναίον Επσιτημονικόν Σύγγραμμα... 1944)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.