HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κεσέμι | Babel Free

Noun CEFR B1
/ceˈsemi/

Ορισμοί

μεγαλόσωμος (συχνά ευνουχισμένος) τράγος ή κριάρι που οδηγεί το κοπάδι τα πρόβατα ή τα γίδια προπορευόμενος· συνηθίζεται να του κρεμούν ένα μεγάλο κουδούνι, τον κύπρο ή κυπρί

vulgar

Παραδείγματα

“Τὸ τραγάκι βέλαξε … Ὁ Γεροθανάσης τὸ ἔχει στὴν καρδιά του. Μιὰ μέρα φαίνεται πὼς θὰ τὸ κάμη κεσέμι!”
“άλλες μορφές: γκεσέμι”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κεσέμι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course