Meaning of κερατίδιον | Babel Free
ce.ɾaˈti.ði.onΟρισμοί
υποκοριστικό του κεράτιον, κερατίδιο, το κερατάκι
Katharevousa
Παραδείγματα
“※ Κεράτια (Siliqua) καρπὸς δερματώδης, συντεθλιμμένος, πλήρης ἀπὸ σάρκα μεταξὺ τῆς ὁποίας εὐρίσκονται τὰ σπέρματα· τὸ μῆκος μεῖζον τοῦ πλάτους). Ἐὰν τὸ πλάτος τοῦ καρποῦ εἶναι ἴσον σχεδὸν μὲ τὸ μῆκος του καλεῖται τότε κερατίδιον (Silicula).”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.