HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κεραμίδα | Babel Free

Noun CEFR B2
/ce.ɾaˈmi.ða/

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. μεγάλο κεραμίδι
  3. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Κεραμίδας
  4. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Κεραμίδας
    accusative, genitive, singular, vocative
  5. απρόοπτο ατύχημα και κυρίως αναπάντεχη αναποδιά, ατυχία, στενοχώρια -από την εποχή που η Αθήνα ήταν γεμάτη κεραμοσκεπές και έπεφταν συχνά από τον άνεμο κομμάτια κεραμικών στο δρόμο
    figuratively

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κεραμίδα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course