Meaning of κεραμίδα | Babel Free
/ce.ɾaˈmi.ða/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- μεγάλο κεραμίδι
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Κεραμίδας
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Κεραμίδας accusative, genitive, singular, vocative
-
απρόοπτο ατύχημα και κυρίως αναπάντεχη αναποδιά, ατυχία, στενοχώρια -από την εποχή που η Αθήνα ήταν γεμάτη κεραμοσκεπές και έπεφταν συχνά από τον άνεμο κομμάτια κεραμικών στο δρόμο figuratively
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.