Meaning of κεντρικοποιημένος | Babel Free
Ορισμοί
μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κεντρικοποιώ: που έχει τεθεί υπό τον έλεγχο κάποιας κεντρικής αρχής
Παραδείγματα
“Στο τραπεζικό σύστημα ο όρος κεντρικοποιημένος / κεντρικός», αναφέρεται στην ύπαρξη ενός μεσάζοντα ή τρίτου μέρους για τη διεκπεραίωση των συναλλαγών, όπως είναι μία τράπεζα.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.