Meaning of κατσούνα | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
-
παραδοσιακή μαγκούρα της Κρήτης που χρησιμοποιείται κυρίως από τους βοσκούς, όπως η γκλίτσα, αλλά και γενικότερα ως μπαστούνι Cretan
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.