Meaning of κατσαμπρόκος | Babel Free
Ορισμοί
- σουβλί τσαγκάρη
- ανδρικό επώνυμο
-
μικρόσωμος άνθρωπος figuratively
Παραδείγματα
“※ Το ίδιο ενδιαφέρουσα είναι και η ορολογία: Πετσί, καπροπέτσι, χοιρόπετσο, βιδέλο, βακέτα, μουζάκι, αιγόπετσο, προβιά, προβίδι, φόρθια, φτερνίτες, σουβλιά και σουβλόριζες, σουβλόξυλα και σουβλομάνικα, τανάλιες, κατσαμπρόκοι, καμάρα του πόδα, μήλα, γαμπάτσα …”
“※ Στα παιδικά μου χρόνια, εδώ στα Κύθηρα, κατσαμπρόκο έλεγαν το μικροσκοπικό, ζωηρό, ατίθασο παιδί και γενικά το μικροσκοπικό άνθρωπο. Ο κατσαμπρόκος ήταν ένα μικροσκοπικό στρογγυλό ξύλινο εργαλείο του παραδοσιακού τζαγκάρη της γειτονιάς, το οποίο είχε ένα σιδερένιο σουβλί, με το οποίο άνοιγαν τρύπες στις σόλες των χειροποίητων παπουτσιών, μέσα στις οποίες κάρφωναν ξύλινες πρόκες.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.