Meaning of κατσαβιδώνω | Babel Free
/ka.t͡sa.viˈðo.no/Ορισμοί
-
ανοίγω συσκευή ή μηχάνημα για έλεγχο, επισκευή, προσθήκη εξαρτήματος κ.λπ. familiar, neologism
- ισοδύναμο του μαχαιρώνω, αλλά με χρήση κατσαβιδιού: πλήττω με κατσαβίδι κάποιον
Παραδείγματα
“※ Πολυτάλαντος και αποτελεσματικός με ό,τι καταπιάνεται, όντας ιδιαίτερα σοβαρός και προσεκτικός, είτε βίδωνε, είτε οδηγούσε, είτε συνοδηγούσε […], είτε αργότερα τα τελευταία χρόνια πιλοτάριζε για τις Μακεδονικές, την ΟΑ, την Aegean, και όχι μόνο. Τρέλα του ως νέου τεχνικού να κατσαβιδώνει Autobianchi και Renault”
“※ Βάζει τον μανδύα, ντύνεται «Mr. Fix it», ο «Κύριος Φτιάχνω». Δηλαδή νομίζει πως η γυναίκα τού πλασάρει το χαλασμένο συναίσθημά της, τον προβληματισμό της, του το βγάζει για να πάρει τα εργαλεία του (αυτά κρατούν ήδη από τη σπηλιά και φτάνουν έως τις μέρες μας), να κατσαβιδώσει, να φτιάξει τα γρανάζια και να λύσει αυτό το πράγμα […]”
“※ Εκείνη την εποχή είχα την τάση να κατσαβιδώνω ό,τι ηλεκτρονικό υπήρχε κι έτσι μου φάνηκε λογικό να σπουδάσω ηλεκτρολόγος/ηλεκτρονικός μηχανικός.”
“※ Ρε αν τον βρω θα τον κάνω να μετράει τα δόντια του από το πάτωμα. (Θα του δώσω πάρα πολύ ξύλο). Θα τον κατσαβιδώσω (μου ρχεται να τον μαχαιρώσω) με εκείνο το ωραίο το κατσαβίδι που πήραμε, το ωραίο το ματζαφλάρι (το ωραίο αντικείμενο) και τα ωραία τα γκαβλιτσέκια (τα δύο καλώδια που κρέμονται/ ηλεκτρολογικό κατσαβίδι μέτρησης ρεύματος/ είναι στην ειδικότητα των ηλεκτρολόγων)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.