Meaning of κατρακύλισμα | Babel Free
Ορισμοί
-
το να κατρακυλά κάποιος literally
-
το να πέφτει κάποιος κάποια επίπεδα πιο κάτω figuratively
Παραδείγματα
“※ Τα μεσημέρια και στις τέσσερεις ή πέντε το απόγευμα, ξάφνιζαν οι φωνές και τα κατρακυλίσματα πάνω στη μαρμαρένια σκάλα του γυμνάσιου. (⌘ Κοσμάς Πολίτης, Εroïca, [μυθιστόρημα], 1937)”
“※ Το εκ νέου άνοιγμα της ΕΡΤ δεν πρέπει πάντως σε καμιά περίπτωση να σημάνει κατρακύλισμα στα παλιά: στις παλιές αυταρχικές δομές και στα παλαιοκομματικά πρόσωπα... (* εφημερίδα Το Βήμα)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.