HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κατρακυλώ | Babel Free

Verb CEFR B2

Ορισμοί

  1. πέφτω κυλώντας απότομα από ένα υψηλότερο επίπεδο σ' ένα χαμηλότερο
  2. αναγκάζω κάτι να κατρακυλίσει
  3. υφίσταμαι πτώση ή μείωση
    figuratively

Παραδείγματα

“※ Αχ, βόγγηξε, γιατί Θεέ μου, γιατί... μονολογούσε κι έκλαιγε ψαύοντας με το πόδι κάθε σκαλί, να το βρει για να πατάει στέρεα κι άρχισε σκαλί με σκαλί να κατεβαίνει όπου ξαφνικά στραβοπάτησε, πήγε μπρος πίσω, ταλαντεύτηκε βρέθηκε μετέωρη. Μάνααα μουουου ... ούρλιαξε, κατρακύλησε (Εύη Μελεάγρου, Πρώτη κατάδυση: ...στον Ωκεάνιο Βυθό, εκδ. Δωδώνη, σελ. 41, 1997)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κατρακυλώ used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course