Meaning of κατράμη | Babel Free
/kaˈtɾa.mi/Ορισμοί
- η πισσάσφαλτος
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Κατράμης
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Κατράμης accusative, genitive, singular, vocative
Παραδείγματα
“※ Ἡ κατράμη εἶνε προϊὸν ἀνάλογον τῆς λιπαρᾶς ἢ Μελαίνης πίσσης (brais gras ἢ poix noire) ἀλλ’ εἶνε πολὺ ταύτης ἀκαθαρτωτέρα.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.