Meaning of Κατούνα | Babel Free
/kaˈtu.na/Ορισμοί
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- γυναικείο επώνυμο
-
οι αποσκευές, ιδίως ενός ταξιδιώτη Demotic, collective, dated
-
το σύνολο των πραγμάτων σ' ένα σπίτι, το νοικοκυριό Demotic, collective, dated
Παραδείγματα
“«δεν έχω τίποτε στην κατούνα μου να σας φιλέψω»”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.