Meaning of κατηφορικός | Babel Free
/ka.ti.fo.ɾiˈkos/Ορισμοί
- που εμφανίζει κατωφέρεια, που είναι επικλινής
- που έχει σχέση με τον κατήφορο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
Παραδείγματα
“※ Είναι ένας λόφος χιονισμένος, με ένα άνοιγμα στο πλάϊ του. Μια μεγάλη ράμπα, με ήπια κατηφορική κλίση, οδηγεί στο εσωτερικό του. Η ράμπα είναι καθαρή και άνετη, ώστε και οι πιο ηλικιωμένοι να μπορούν να την κατέβουν. (Τάσος Παπαναστασίου, Η σιωπή δεν σε κρατά ζωντανό, εκδ. Μεταίχμιο, 2021)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.