Meaning of κατεργάζομαι | Babel Free
/ka.terˈɣa.zo.me/Ορισμοί
εκτελώ μια εργασία πάνω σε μια φυσική πρώτη ύλη (π.χ. ξύλο, δέρμα, μετάξι) με σκοπό να το μετατρέψω σε χρηστικό αντικείμενο
transitive
Ισοδύναμα
English
Treat
Παραδείγματα
“κατεργάζομαι χαλκό”
to treat copper
“κατεργάζομαι τυρί”
to process cheese
“Οι βυρσοδέψες κατεργάζονται τα δέρματα των ζώων.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.