Meaning of καταϋποχρεώσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καταϋποχρεώνω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταϋποχρεώνω
- θα καταϋποχρεώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταϋποχρεώνω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.