HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καταχρηστικός | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

  1. που σχετίζεται με την κατάχρηση ή αναφέρεται σ᾿ αυτήν, που υπερβαίνει ή και παραβαίνει τα όρια που επιτρέπονται ή ανέχονται
  2. που υπερβαίνει τον νόμο
  3. που παραβαίνει τον κανόνα ή παρεκκλίνει από το τυπικά και θεσμικά ορθό, εφαρμόζεται ή χρησιμοποιείται κακώς

Παραδείγματα

“Καταχρηστική απεργία/αποφυγή στις αρχές/εφαρμογή νόμου/χρήση αρμοδιοτήτων.”
“Καταχρηστικός τύπος: παρεισφρύω αντί παρεισφρέω.”
“Καταχρηστική σημασία: λανθάνω με τη σημασία του λαθεύω, αβγό με τη σημασία του ωαρίου, λάθος με τη σημασία του λανθασμένα, απλά με τη σημασία του απλώς.”
“Καταχρηστική χρήση: «μέταλλο που κατεργάστηκε» αντί «μέταλλο που έγινε αντικείμενο κατεργασίας».”
“Καταχρηστικό ως προς την ορθογραφία: κάλυμα αντί κάλυμμα.”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καταχρηστικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course