Meaning of καταχρηστικός | Babel Free
Ορισμοί
- που σχετίζεται με την κατάχρηση ή αναφέρεται σ᾿ αυτήν, που υπερβαίνει ή και παραβαίνει τα όρια που επιτρέπονται ή ανέχονται
- που υπερβαίνει τον νόμο
- που παραβαίνει τον κανόνα ή παρεκκλίνει από το τυπικά και θεσμικά ορθό, εφαρμόζεται ή χρησιμοποιείται κακώς
Παραδείγματα
“Καταχρηστική απεργία/αποφυγή στις αρχές/εφαρμογή νόμου/χρήση αρμοδιοτήτων.”
“Καταχρηστικός τύπος: παρεισφρύω αντί παρεισφρέω.”
“Καταχρηστική σημασία: λανθάνω με τη σημασία του λαθεύω, αβγό με τη σημασία του ωαρίου, λάθος με τη σημασία του λανθασμένα, απλά με τη σημασία του απλώς.”
“Καταχρηστική χρήση: «μέταλλο που κατεργάστηκε» αντί «μέταλλο που έγινε αντικείμενο κατεργασίας».”
“Καταχρηστικό ως προς την ορθογραφία: κάλυμα αντί κάλυμμα.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.