HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καταχραζόμενος | Babel Free

Verb CEFR C2

Ορισμοί

αφού καταχράστηκε, ο καταχραστής, αλλά που καταχράζεται αυτή τη στιγμή ή σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή στο παρελθόν ή στο μέλλον, ή όταν προσδιορίζεται και άλλη ενέργεια ή κινητρο

Παραδείγματα

“Ο καταχραζόμενος δημόσιο χρήμα τιμωρείται με...”
“Το έκανε καταχραζόμενος την εμπιστοσύνη μας”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καταχραζόμενος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course