Meaning of καταχραζόμενος | Babel Free
Ορισμοί
αφού καταχράστηκε, ο καταχραστής, αλλά που καταχράζεται αυτή τη στιγμή ή σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή στο παρελθόν ή στο μέλλον, ή όταν προσδιορίζεται και άλλη ενέργεια ή κινητρο
Παραδείγματα
“Ο καταχραζόμενος δημόσιο χρήμα τιμωρείται με...”
“Το έκανε καταχραζόμενος την εμπιστοσύνη μας”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.